Μικρή Θυμική Αναφορά στην ΜANIFESTA 6

Για τον Γιώργο Σ.

Khalil Rabah: You never told me what happened with Manifesta.
Μai Abu ElDahb: Jesus, it’s a long story.

(Bidoun Τεύχος 8, Τόμος 1, Fall 2006, p.7)1

Η Μanifesta 6 (M6) σύντομα θα έφτανε στο τέλος της, αν ποτέ ξεκινούσε κάπου στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η προσπάθεια έλαχιστης κατανόησης του τι συνέβηκε πριν καν αρχίσει η Μ6 απαιτεί σε κάποιο βαθμό τον ασπασμό του παρα-λόγου. Διότι η Μ6 ακυρώθηκε όχι ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαφωνίας μα μέσα από τα αποτελέσματα ενός ευθυνοφοβικού αυταρχισμού που χαρακτήριζε την Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή πολύ πριν την επίσημη ανακοίνωση της πολυδάπανης υοθεσίας του θεσμού, τον Ιαινουαριου του 2005. Σε αντίθεση με τον οπορτουνισμό και την οφελιμιστική ατομοκρατία που αποτελούν αναπόσπαστο πλέον κομμάτι της διεθνούς πολιτιστικης βιομηχανίας, ο αυταρχισμός τούτος αποτρέπει κατά βάση την δημιουργία διχτύων, διχτύων που δρούν ως κανόνας για την -έστω- πρόσκαιρη επιβίωση του σύγχρονου πολιτιστικού προϊόντος εκτός του φετιχιστικού συστήματος της αγοράς τέχνης. Γιατί ενώ ο φετιχισμός του έργου τέχνης (ασχέτως μορφής και συνιστόσας ύλης) όσο αφορά την σύγχρονη αγορά του έρχεται μετά την προσωπολατρεία του (ήδη διχτυωμένου) καλλιτέχνη, ο Κυπριακός πολιτιστικός αυταρχισμός λατρεύει το έργο τέχνης πριν καν υπάρξει ο καλλιτέχνης-ως-παραγωγός, αδιφορώντας πλήρως για την εκφορά πολιτιστικού λόγου. Το έργο τέχνης, ως αντικείμενο πλέον – και το αϋλο έργο τέχνης δεν υφίσταται στην Κυπριακή παραγωγή, όπως δεν υφίσταται και η συγγενεύουσα με αύτο, πολιτιστική κριτική- εξαναγκάζεται αμέσως, και α πριόρι, να μετουσιωθεί σε διακοσμητικό αντικείμενο απόλυτα εναρμονισμένο με την χρωματική γκάμα των χαλιών και των κουρτίνων στο δωμάτιο της επίσημης σαλοτραπεζαρίας του αγοραστή. Κι ενώ οι ιδέες – ο λόγος- εκ φύσεως δεν παρμένουν στάσιμες – εκτός κι αν προσωποποιηθούν, και αρα παύσουν να υφίστανται ως ιδέες- όσες γκαλλερύ -το μοναδικό πολιτιστικό ινστιτούτο το οποίο μπόρει να συναπαντηθεί στην Κύπρο- επιβιώνουν αυτόνομα, και όχι μέσα από την διαρκή χρηματοδότηση τραπεζών ή του κράτους, επιβιώνουν ως χώροι στάθμευσης, ελώδες, πρόχειροι χώροι στάσης, επιφανιών. Τούτο δεν είναι βέβαια χαρακτηριστικό μόνο της Κύπρου. Τα διεθνή σαλόνια τέχνης λειτουργούν μ’ αυτό ακριβώς τον τρόπο – πολλές φορές επανδρωμένα με τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες ιδέες όπως και τα (ημί-)αυτόνομα δίχτυα που λειτουργούν εκτός των. Μα έκει ακριβώς, σε αυτά τ α fairs, μετατρέπεται και η ιδέα σε πολυτελές καταναλωτικό αντικείμενο, έχωντας ήδη πολλες φορες φθαρεί και στραπατσαριστεί στην αρένα των ιδεών, εγκαινιάζοντας τον κύκλο εργασιών της διεθνούς αγορας. Κι ενω η Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή δεν μπορεί να ισχυριστεί την παρουσία της ούτε στην διεθνή αγορα έργων τέχνης μα ούτε και στα εξω-καταναλωτικά δίχτυα -παρ’ όλη την αυξητικη τάση του εγχώριου παρόν της σε σπίτια, καφέ και soiree ‘ανοικτών στούντιο’- , στην όψη της ευκαιρίας έκδοσης εισητηρίου διαρκείας για είσοδο και στα δύο, τρέχει φοβισμένα να ζητήσει την ασφάλεια του οικιακού διάκοσμου που της προσφέρει το ‘έργο τέχνης’.

Ενω η παράλογη νευρωσική φοβία που χαρακτηρίζει πολλές από τις συμπεριφορές μας σαν κράτος και σαν κοινωνικές μονάδες ειναι αντικειμενικά αβάσιμη – μα συναισθηματικα υπερφορτισμένη- πέραν του λόγου, μακριά από δίκαιο-λογίες και αδικαιολόγητα, ενδέχεται ακριβώς το παν ενδεχόμενο. Το μή μοναδικό, το ά-στατο. Απ’ τις πρωτες προτασεις που προβαλλουν στο μοναδικο εργο τεχης -το καθ’ αυτο memento mori μιας ολοκληρωτικα και ανεπιστρεπτί στάσιμης, πια, πορείας- το βιβλίο Notes for an Art School, εκφέρεται η έννοι α τούτου του ενδεχομένου ως προσφορά: «…η Μανιφέστα εξυπηρετεί απλά και μόνο ως άλλο ένα πεδίο δοκιμών ως προς την λεπτομερή και πολυεπίπεδη ανατομία των λειτουργιών της Tέχνης [art world] με στόχους το να α? 957 δείξει την επίμονη ανάγκη της καλλιτεχνικής κοινότητας για μια νεα κοινωνικο-πολιτική συνείδηση, και να διερευνήσει την γενικευμένη παράλυση της πολιτιστικής παραγωγής ως καίρια κοινωνική -πολιτική δύναμη» (1). Μέσα από την μορφή -και την αφορμή όπως τούτη παρουσιάζεται ιστορικά(2)- του πειραματικού εκπαιδευτικού ιδρύματος το οποίο οι τρείς επιμελητές πρότειναν ως τον κυρίως πυρήνα παρουσίας της Μ6, προσέβλεπαν, με motto την φράση του Τ.W. Adorno «Το σκέπετεσθαι ειναι δράση, η θεωρία μια μορφή πράξης» (3), στην «βίαιη αφύπνηση του ασθενή από το κώμα, ξυπνώντας ετσι μια ευρύτερη μορφή συνείδησης από εκείνη που μπορεί να προσφέρουν οι μεμωνομένες καλλιτεχνικές πρακτικές»(4). Μέσα στα λόγια των επιμελητών διαφαίνεται η γνώση της παρασιτικής παρουσίας μιας τέτοιας μορφής αμφισβήτησης όχι μόνο επί των τοπικών μα λόγω και της προηγούμενης παρουσίας του θεσμού της Μanifesta, επί των παγκόσμιων εξουσιαστικών μοντέλων πολιτιστικής παραγωγής και κατανάλωσης. Το συγκρουσιακό στοιχείο όπως αυτό ε μφανίζεται θεωριτικά ως πολιτιστική δράση (π.χ. Battaile) και η επαναπολιτικοποίηση της παραγωγής πολιτισμού με ένα νέο κρισιακό νεύμα μακριά από εκπτωτικά μοντέλα διαχωρισμών και εξαναγκασμού δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να χωνευτεί εύκολα – ειδικαά σε cocktail party εγκαινίων, στο όρθιο. Πόσο μάλλον στην Κύπρο – όπου και οι αποστάσεις απ’ την γκαλλερύ στο εστιατόριο για το επακολουθούμενο δείπνο γελιοποιούν ακόμα και τούτη την έννοια της από-στασης.

Η γεροντική ανία της πολιτικό-κοινωνικής πραγματικότητας στην Κύπρο και η ολοκληρωτική της αδυναμία να οικοιοποιηθεί, και να ασκήσει κριτική σε ενα διεθνή λόγο- άσχετη με τις ηλικιακές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν τα στελέχη της, αφού ‘νεαρές αρτηρίες’ δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και νέες ιδέες όπως η κατεστημένη μορφή εξουσίας θέλει να αναμασά- αντικατοπτρίζεται και στην γενικότερη στάση της Κυπριακής πολιτιστικής σκηνής, και ειδικότερα στην στάση της απέναντι στην Μ6. Παραμένωντας όμως εντός των ορίων του εκπαιδευτικού συστήματος μπορεί κάποιος να δακτυλοδείξει γύρω του το ίδιο το σύστημα, και ιδιαίτερα το σύστημα των σχολών καλών τεχνών, ως τροφοδότη της συμπεριφοράς (και) του Κύπριου καλλιτέχνη, με την επικεντρωμένη προσοχή του στη ‘δουλεία’, ως εκπαιδευτική μεθοδολογία με θεμιτό αποτέλεσμα την παραγωγή υλικών αντικειμένων και την αντιμετώπηση της πραγωγής πολιτισμού στα πλαίσια της εκάστοτε αγοράς εργασίας και του εξαναγκασμού επαγγελματικής αποκατάστσης. Η ακύρωση όμως της Μ6 αφήνει να διαφανεί και κάτι πέρα από την εκπαίδευση του Κυπρίου καλλιτέχνη όσο αφορά τον ευθυνοφοβικό αυταρχισμό του. Λανθάνωντας την τοπική προσωπική παρουσία για αυτονομία, η Κυπριακή πολιτιστική σκηνή, στοιχειώνεται από το φάντασμα της κυριαρχικής παρουσίας (φάντασμα που στοιχειώνει κάθε γωνία του νησιού άλλωστε). Του αριστεύειν και όχι του πράτειν. Άσχετο αν η πρωτιά δεν υφίστατε αντικειμενικά – εκτός μέσα στον κλειστό οικογενιακό κύκλο του καλλιτέχνη (φοιτητή). Πως άλλωστε μετριέται τούτη η πολιτιστική πρωτιά παρ΄ μόνο μέσα από εντελώς
u958 ένα στην πολιτιστική παραγωγή κριτήρια (τιμή έργου τέχνης, βαθμός πραγωγικότητας κ.τ.λ); Η ανυπαρξία κρτιτικής και κρισιακού κριτικού λόγου, στα πλαίσια ενός συνεχώς διαφοροποιημένου λεξιλογί ου και μιας ολοένα και μεγαλύτερης βιβλιογραφίας, σε συνιφασμό με την παρουσία και μόνο στον τοίχο μίας γκαλλερύ δημιουργεί το ψευδές αίσθημα, στο μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της παραγωγής, της ή δη δαφνοστολισμένης, αυτόνομης πορείας. Όσοι φεύγουν, φεύγουν- αφουγγραζώμενοι, ίσως, στο κενό της πράξης την ηχώ του για πράτε για μετάπρατε για που την Κύπρο φεύφκε- και κάποιοι άλλοι περιμένουν την παρουσία του έργου τους σε κάποια από της πάμπολλες κρατικές Biennale όπου εκπροσωπήται και η Κυπριακή Δημοκρατία μέχρις ότου ξαπο-στάσουν, περνώντας τις υπόλοιπες τους ώρες αδιάφορα σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης. Ανήμπορη να διαλεχθεί ακόμα και με τον εαυτό της – πόσο μάλλον με το λεξιλόγιο το οποίο η Μ6 έφερε ως φυσικό επακόλουθο μαζί της- η Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή, κλείνεται επί το πλείστον στον εαυτό της κα
u953 στις εγκαθεδρημένες δομές της, που της επιτρέπουν άλλωστε να υπάρχει. Δομές που φυτοζωούν σε βάρος υπέρογκων κρατικών και διεθνείς προυπολογισμών, και που έχουν δανειστεί μέχρι και κατασκοπευτικά μυθισοτρήματα για να στοιχειοθετήσουν τον ‘εχθρό’: την πολυπολιτισμική, διακειμενική κριτική. Και τούτο δεν είναι πρόβλημα μοναχά του εκπαιδευτικού συστήματος και των ινστιτούτων που το α ποτελούν, μα μία περίεργη και ιδιάζουσα αποποίηση της ευθύνης που κουβαλά μαζί της η συγ-κρούση ως κριτική. Οι συζητήσεις γαι την Μ6, όπως το Coffee Break στην Λευκωσία τον Ιανουάριο του 2006, ήταν άλλο ένα παράδειγμα της απουσίας τούτης της κρισιακής κριτικής από την Κύπρο. Ψευγάδια της υπάρχουν, μα η φαινομενολογική τους διαφοροποίηση από το έργο τέχνης πολλές φορές σβήνει τα φωτα και κόβει το ρεύμα στις προσπάθειες δημιουργίας μορφών αντιεξουσιαστικών διχτύων, αφήνωντας τέτοιες προσπάθειες χρεωμένες με τερατώδεις λογαριασμούς ηλεκτρικού. Λογαριασμούς που το μέγεθος στο οποίο κρατούν την κριτική σκέψη και τον πολιτιστικό λόγο οι ίδιοι ευθυνόφοβοι αυταρχικοί που ακύρωσαν την Μ6, κάνει σχεδόν αδύνατη την έγκαιρη εξόφληση τους.

Η Μ6 ακυρώθηκε, ολοκληρωτικά, νύχτα. Την νύχτα της 2ας Ιουνίου 2006, με ενα δειλό σπρώξιμο ενός φακέλλου με τις απολύσεις των 3 επιμελητών κάτω από την πόρτα του σπιτιού μιας από τους επιμελητές, υπογεγραμ ένο απο τον δήμαρχο Λευκωσίας και πρόεδρο της δημοτικής εταιρίας Νιcosia For Art κ. Mιχαλάκη Ζαμπέλα. Η δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε ως εκφοβισμός εκ μέρους της Λευκωσίας έχει εξ όσων γνωρίζω λήξει με μία εκτός δικαστηρίου συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Τι μένει; Το τι μένει είναι το ανεκπλήρωτο χρέος τηςπολιτιστικής κριτικής σκέψης στην/ από την Κύπρο απέναντι στην ενδυνάμωση των αντιεξουσιαστικών, πολιτικοποιημένων διαδικασιών να επανατοποθετηθεί, τοπικά και διεθνώς η πολιτιστική παραγωγή ως καίρια κοινωνικό-πολιτική δύναμη, διευρύνωντας ταυτόχρονα την έννοια του πολιτστικού προϊόντος. Αναιρώντας ετσι την φετιχιστική αντικειμενοποίηση του και θέτωντας τις βάσεις για την αέναη αποστασιοποίηση του από πιθανές μελλοντικές μορφές τοπικής ιδρυματοποίησης της και τις αποδικτύωσης με συμβατές μονάδες και ομάδες. Διαφοροποιώντας, ίσως, με αυτό τον τρόπο την πορεία της διεθνούς πολιτιστικής βιομηχανίας – στην οποία και η Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή ανήκει. Έστω και εάν -τοπικά- το αρνείται.

Δημήτρης Ταλιώτης

(1) Mai Abu ElDahab, On how to fall with grace – Or fall flat on your face, ΣΤΟ Notes for an Art School, IFM / Manifesta 6, 2006, σ. 7. Μτφ. του συντάκτη
(2)Δες Anton Vidokle, Exhibition as School in a Divided City, ΣΤΟ Ibid, σ.13-20
(3)Δες Florian Waldvogel, Each one teach one, ΣΤΟ Ιbid, σ.21-27
(4) Mai Abu ElDahab, Ibid, Μτφ. του συντάκτη

Advertisements
Αναρτήθηκε στις τέχνες. Leave a Comment »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: