Συνθήματα τζαι νοήματα στον απόηχο μιας εκτεταμένης κινητοποίησης.

pict2255.JPG Φικρής Ευρασιάτης

Οι οικονομικοί μετανάστες είναι πολιτικοί μετανάστες – Παράνομος; Παράνομος είσαι τζαι φαίνεσαι – Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος – No border no nation – Freedom to the prisoners. Κάποτε ήσαστε τζαι εσείς πρόσφυγες. It could have been you.

Τον περασμένο Μάη πραγματοποιήθηκε μια εκτεταμένη κινητοποίηση μεταναστών στην κεντρική πλατεία Ελευθερίας της Λευκωσίας που κράτησε σχεδόν τρεις βδομάδες. Για ένα λεπτομερές ιστορικό της κινητοποίησης που δημοσιέυτηκε τότε στα αγγλικά στο ιντημήτια Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου βλέπε www.nekatomata.blogspot.com . Το θέμα σήμερα είναι να εξετάσουμε το τι άφησε πίσω της αυτή η πρωτοφανές για τα κυπριακά δεδομένα κινητοποίηση και να δούμε πως μπορεί να αξιοποιηθεί από κινηματικής πλευράς αυτή η εμπειρία

.pict2339.JPG

Δεν θα αποπειραθώ να αναλύσω το γιατί δεν είχαμε μια πιο ουσιαστική παρέμβαση, ούτε το αν θα μπορούσαμε δεδομένου του μεγέθους και του (περιορισμένου) βαθμού συγκρότησης μας ως ελευθεριακός χώρος να δρούσαμε διαφορετικά. Θα περιοριστώ σε κάποια πολιτικά αλλά και θεωρητικά θέματα που προέκυψαν, τουλάχιστον ως προεκτάσεις μέσα από την κινητοποίηση αλλά και τις συζητήσεις που ακολούθησαν.

Το πρώτο θέμα αφορά την σχέση των Κύπριων ακτιβιστών με τους μετανάστες. Στις συζητήσεις που ακολούθησαν την κινητοποίηση στο Καρτάς, η σχέση αυτή τέθηκε στο μικροσκόπιο και υπήρξε και το επίκεντρο των διαφωνιών, τόσο από πλευράς του τι έγινε όσο και από πλευράς του τι θα πρέπει να γίνει στο μέλλον. Ενώ υπήρξε μια γενική ομοφωνία ως προς το μη φιλανθρωπικό χαρακτήρα της όποιας σχέσης μας με τους μετανάστες, (δεν θα παίξουμε τον ρόλο της ΚΙΣΑ) και αναγνώριση της αδυναμίας μας να παρέχουμε την πιο ουσιαστική βοήθεια που θα μπορούσαμε, δηλαδή την πληροφόρηση, υπήρξε μια έντονη διαφωνία για το αν και εμείς προσπαθήσαμε να επιβάλουμε τις πολιτικές μας στην κινητοποίηση (για το αν δράσαμε και εμείς δηλαδή όπως η Εργατική Δημοκρατία). Επειδή έχω έντονη άποψη για το θέμα, την οποία παρουσίασα και στη συνέλευση στο Καρτάς στις 6/6/06, θα αναλώσω το υπόλοιπο κείμενο για να επιχειρηματολογήσω ότι όχι μόνο δεν επιβάλαμε πολιτικές στην κινητοποίηση αλλά ούτε καν καταφέραμε να αρθρώσουμε καλά καλά λόγο πολιτικό. Εκεί που καταφέραμε (κάποιοι από εμάς) να αρθρώσουμε πολιτικό λόγο, δηλαδή όταν κάναμε πρόταση για να γίνουν γενικές συνελεύσεις από πλευράς των μεταναστών, το πράξαμε ως άτομα και επώνυμα με κάποιο σχετικά μικρό βαθμό επιτυχίας – οι Κούρδοι κάθησαν για πρώτη φορά σε κύκλο και συζήτησαν και συμμετείχαν και γυναίκες.

Εκείνο που δεν καταφέραμε καθόλου ήταν να καταλάβουμε τη λειτουργία των κοινωνικών διχτύων από πλευράς των Μπαγκλαντέσηδων. Μάθαμε ότι έχουν δικούς τους χώρους, ότι η μαζική παραγωγή φαγητού είναι συχνό φαινόμενο, ότι προσανατολίζονται βάζοντας σημάδια τα κέντρα αποστολής συναλλάγματος, (που τα λαλούν μάλιστα τζαι γουέστερν γιούνιον) ότι έχουν εσωτερικές κλίκες τζαι κυκλώματα βασισμένα σε εκτεταμένες οικογένειες τζαι περιοχές καταγωγής. Φυσικά το ότι εμάθαμεν την ύπαρξη τους σε καμιά περίπτωσην εν σημαίνει ότι εμάθαμεν τζαι τον τρόπο λειτουργίας τους. Η επαφή μαζί τους τζαι η συνεννόηση εν ήταν εύκολο πράμα. Αλλά πιστεύκω ότι ο βασικός λόγος της αδυναμίας μας να κρατήσουμεν επαφές τζαι να δημιουργήσουμεν σχέσεις εν ότι ζούμε σε παράλληλους κόσμους. Τζείνοι ζουν τζαι κινούνται υπόγεια, δουλεύκουν στη μαύρη (αγορά εργασίας) τζαι ζούσιν σε χαλαμάντουρα. Εμείς δουλεύκουμε στη λευκή αγορά εργασίας τζαι ζούμε σε διαμερίσματα. Για μας η προσωρινότητα εν απλά μια εργασιακή απειλή, για τζείνους εν ο κόσμος ούλλος.

Η αλήθκεια εν ότι η κινητοποίηση έπιασεν μας ούλλους εξ απροόπτου τζαι αθκιάβαστους. Αλλά πρέπει να το καταλάβουμεν ότι εννά επαληφτούν έτσι φαινόμενα, μάλλον τζαι πιο μεγάλης έντασης τζαι έκτασης. Οι εξεγέρσεις μέσα στες φυλακές εν πολλά συχνό φαινόμενο, τζαι στην Κύπρο τζαι στην Ευρώπη. Αφού η κρατική πολιτική συνοψίζεται ως ξερή καταστολή, η αντίσταση φυσιολογικά οδηγείται σε πιο άντεργκραουντ λογικές. Το θέμα εν σε ποιο βαθμό τζαι με ποιο τρόπο μπορούμε να παίξουμε (ρόλο) τζαι εμείς. Ποιοί είμαστεν εμείς; Βαρκούμε τες συζητήσεις ταυτότητας. Να πούμεν ότι είμαστεν οι άλλοι τζαι κανεί νομίζω. Τζείνοι που έννεν κόμμα ούτε οργάνωση, ούτε σωματείο ούτε παρέα. Κάτι μεταξύ. Πως να συνεννοηθούμε με τους μετανάστες τζαι τους τουρκοκύπριους αφού μεταξύ μας εν συνεννοούμαστεν; Δαμέ νομίζω εν το κλειδί.

Αλλά πίσω στην πόρτα. Στην παγκόσμια πολιτική οικονομία του κεφαλαίου η διασυνοριακή μετακίνηση των ανθρώπων προϋποθέτει την διασυνοριακή κίνηση της χρηματικής αξίας. Η παγκόσμια ροή της αξίας δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα παγκόσμια ρεύματα της μετανάστευσης. Ούτε με ιστορικούς, ούτε με οικονομικούς όρους. Όσο το κεφάλαιο κινείται, οι ανθρώποι θα μετα-κινούνται. Η μετανάστευση νοηματοδοτείται ως διπλή φυγή. Συγκροτείται δηλαδή φαντασιακά ως μια φυγή προς την ελευθερία και ταυτόχρονα ως μια φυγή από την καταπίεση. (John Holloway, Capital moves). Η φυγή αυτή αποτελεί υλοποίηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής απόφασης που παίρνεται μέσα σε στενούς κοινωνικούς κύκλους στη χώρα προέλευσης. Το ταξίδι είναι συχνά μεγάλο, και γεμάτο απρόοπτα. Είναι επικίνδυνο γιατί βρίσκεται στα όρια της νομιμότητας. Αλλά η νομιμότητα, η ίδια ως η θέσμιση της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής αποτελεί πεδίο πολιτικής σύγκρουσης για τον ορισμό της κοινωνικά αποδεκτής τάξης πραγμάτων. Οι πολιτικές μάχες και οι πολιτικές διαδικασίες είναι αυτές που δημιουργούν τους θεσμούς και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν αυτές να λειτουργήσουν εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο τους.

Η πράξη της παράνομης διασταύρωσης των συνόρων είναι ταυτόχρονα μια ντε φάκτο πολιτική δήλωση αμφισβήτησης της νομιμότητας των συνοριακών διαχωρισμών. Ως τέτοια παραβιάζει την λογική της κυριαρχίας που βασίζεται στο διαχωρισμό των μέσα και των έξω της Ευρώπης – φρούριο. Με αυτή την έννοια το πρόταγμα των ανοιχτών συνόρων, ως πολιτική έκφραση της θέσης της κατάργησης των εθνών που για μας είναι θεωρία, για κάποιους άλλους είναι πράξη, και κουβαλά την ένταση του βιώματος. Η μετανάστευση, ως παγκόσμια μετα-κίνηση ανθρώπων συγκροτεί, σήμερα περισσότερο από όσο ποτέ, την πραγματικότητα μας. Στην Κύπρο μιλούμεν ήδη για σχεδόν πάνω που 150 000 μετανάστες, βόρεια τζαι νότια της πράσινης γραμμής, οι μισοί που τους οποίους εν έχουν χαρτιά. Όι πως τζείνοι που έχουν χαρτιά καλοπερνούν δηλαδή, αλλά τουλάχιστον τζείνοι εν ζουν με το καθημερινό φόβο. Πρέπει να το χωνέψουμεν εμείς που εγεννηθήκαμεν δαμέ ότι εννά ζήσουμεν μαζί τους. Τζαι όι απλώς ότι εννά τους ανεχούμαστεν σαν δεύτερης κατηγορίας πολίτες, αλλά ότι εννά τους ενσωματώσουμεν στην κοινωνία μας με ότι τούτον συνεπάγεται – ίσα δικαιώματα, συμμετοχή στη πολιτική διαδικασία τζαι σεβασμό των πολιτιστικών τους ταυτοτήτων.

Αλλά για να προβάλουμεν τη θέση της ενσωμάτωσης πρέπει να την καταλάβουμε πρώτα. Μια ιδέα προς τούτην τη κατεύθυνση εννά κάμουμεν μια αντι-έρευνα για να δούμε λλίον τι σημαίνει καθημερινότητα στη παλιά λευκωσία που την πλευρά των μεταναστών. Πως τους αντιμετωπίζουν οι Κυπραίοι γείτονες τους, πως επιβιώνουν με τα μεροκάματα πείνας που πιάνουν τζαι πως καταφέρνουν να τους μεινίσκουν τζαι λεφτά για να στέλλουν στες χώρες τους. Για να αννοίξουμεν έτσι φάλιαν όμως με ερωτηματολόγια τζαι συνεντεύξεις, χρειάζεται μια ομάδα. Έσιει κόσμον διαθέσιμο;

από την σύνταξη

Όχι, δεν σβήσαμε. Υπάρχουμε ακόμα. Δεν μας έφαγαν οι δουλειές. Δεν μας έπνιξε η καθημερινότητα. Ο στόχος της μηνιαίας έκδοσης αποδείχτηκε ανέφικτος. . Αποφασίσαμε λοιπόν να πειραματιστούμε με πιο ρευστές μορφές και φόρμες.. Η έννοια της συντακτικής ομάδας άλλωστε ,με την παραδοσιακή έννοια, δεν υφίσταται Μετακομίζουμε λοιπόν στο blog αυτό έχοντας την αίσθηση ότι μας ταιριάζει καλύτερα . Ζώντας ο κάθε ένας από μας σε διαφορετική γεωγραφία (με την κυριολεκτική και την μεταφορική σημασία του όρου ) θα παρεμβαίνουμε όποτε θεωρούμε αναγκαίο για να ενημερώσουμε να αναλύσουμε να προτείνουμε . Ελπίζουμε και εσείς να κάνετε το ίδιο.

Αναρτήθηκε στις Από την σύνταξη. Comments Off

Μικρή Θυμική Αναφορά στην ΜANIFESTA 6

Για τον Γιώργο Σ.

Khalil Rabah: You never told me what happened with Manifesta.
Μai Abu ElDahb: Jesus, it’s a long story.

(Bidoun Τεύχος 8, Τόμος 1, Fall 2006, p.7)1

Η Μanifesta 6 (M6) σύντομα θα έφτανε στο τέλος της, αν ποτέ ξεκινούσε κάπου στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η προσπάθεια έλαχιστης κατανόησης του τι συνέβηκε πριν καν αρχίσει η Μ6 απαιτεί σε κάποιο βαθμό τον ασπασμό του παρα-λόγου. Διότι η Μ6 ακυρώθηκε όχι ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαφωνίας μα μέσα από τα αποτελέσματα ενός ευθυνοφοβικού αυταρχισμού που χαρακτήριζε την Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή πολύ πριν την επίσημη ανακοίνωση της πολυδάπανης υοθεσίας του θεσμού, τον Ιαινουαριου του 2005. Σε αντίθεση με τον οπορτουνισμό και την οφελιμιστική ατομοκρατία που αποτελούν αναπόσπαστο πλέον κομμάτι της διεθνούς πολιτιστικης βιομηχανίας, ο αυταρχισμός τούτος αποτρέπει κατά βάση την δημιουργία διχτύων, διχτύων που δρούν ως κανόνας για την -έστω- πρόσκαιρη επιβίωση του σύγχρονου πολιτιστικού προϊόντος εκτός του φετιχιστικού συστήματος της αγοράς τέχνης. Γιατί ενώ ο φετιχισμός του έργου τέχνης (ασχέτως μορφής και συνιστόσας ύλης) όσο αφορά την σύγχρονη αγορά του έρχεται μετά την προσωπολατρεία του (ήδη διχτυωμένου) καλλιτέχνη, ο Κυπριακός πολιτιστικός αυταρχισμός λατρεύει το έργο τέχνης πριν καν υπάρξει ο καλλιτέχνης-ως-παραγωγός, αδιφορώντας πλήρως για την εκφορά πολιτιστικού λόγου. Το έργο τέχνης, ως αντικείμενο πλέον – και το αϋλο έργο τέχνης δεν υφίσταται στην Κυπριακή παραγωγή, όπως δεν υφίσταται και η συγγενεύουσα με αύτο, πολιτιστική κριτική- εξαναγκάζεται αμέσως, και α πριόρι, να μετουσιωθεί σε διακοσμητικό αντικείμενο απόλυτα εναρμονισμένο με την χρωματική γκάμα των χαλιών και των κουρτίνων στο δωμάτιο της επίσημης σαλοτραπεζαρίας του αγοραστή. Κι ενώ οι ιδέες – ο λόγος- εκ φύσεως δεν παρμένουν στάσιμες – εκτός κι αν προσωποποιηθούν, και αρα παύσουν να υφίστανται ως ιδέες- όσες γκαλλερύ -το μοναδικό πολιτιστικό ινστιτούτο το οποίο μπόρει να συναπαντηθεί στην Κύπρο- επιβιώνουν αυτόνομα, και όχι μέσα από την διαρκή χρηματοδότηση τραπεζών ή του κράτους, επιβιώνουν ως χώροι στάθμευσης, ελώδες, πρόχειροι χώροι στάσης, επιφανιών. Τούτο δεν είναι βέβαια χαρακτηριστικό μόνο της Κύπρου. Τα διεθνή σαλόνια τέχνης λειτουργούν μ’ αυτό ακριβώς τον τρόπο – πολλές φορές επανδρωμένα με τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες ιδέες όπως και τα (ημί-)αυτόνομα δίχτυα που λειτουργούν εκτός των. Μα έκει ακριβώς, σε αυτά τ α fairs, μετατρέπεται και η ιδέα σε πολυτελές καταναλωτικό αντικείμενο, έχωντας ήδη πολλες φορες φθαρεί και στραπατσαριστεί στην αρένα των ιδεών, εγκαινιάζοντας τον κύκλο εργασιών της διεθνούς αγορας. Κι ενω η Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή δεν μπορεί να ισχυριστεί την παρουσία της ούτε στην διεθνή αγορα έργων τέχνης μα ούτε και στα εξω-καταναλωτικά δίχτυα -παρ’ όλη την αυξητικη τάση του εγχώριου παρόν της σε σπίτια, καφέ και soiree ‘ανοικτών στούντιο’- , στην όψη της ευκαιρίας έκδοσης εισητηρίου διαρκείας για είσοδο και στα δύο, τρέχει φοβισμένα να ζητήσει την ασφάλεια του οικιακού διάκοσμου που της προσφέρει το ‘έργο τέχνης’.

Ενω η παράλογη νευρωσική φοβία που χαρακτηρίζει πολλές από τις συμπεριφορές μας σαν κράτος και σαν κοινωνικές μονάδες ειναι αντικειμενικά αβάσιμη – μα συναισθηματικα υπερφορτισμένη- πέραν του λόγου, μακριά από δίκαιο-λογίες και αδικαιολόγητα, ενδέχεται ακριβώς το παν ενδεχόμενο. Το μή μοναδικό, το ά-στατο. Απ’ τις πρωτες προτασεις που προβαλλουν στο μοναδικο εργο τεχης -το καθ’ αυτο memento mori μιας ολοκληρωτικα και ανεπιστρεπτί στάσιμης, πια, πορείας- το βιβλίο Notes for an Art School, εκφέρεται η έννοι α τούτου του ενδεχομένου ως προσφορά: “…η Μανιφέστα εξυπηρετεί απλά και μόνο ως άλλο ένα πεδίο δοκιμών ως προς την λεπτομερή και πολυεπίπεδη ανατομία των λειτουργιών της Tέχνης [art world] με στόχους το να α? 957 δείξει την επίμονη ανάγκη της καλλιτεχνικής κοινότητας για μια νεα κοινωνικο-πολιτική συνείδηση, και να διερευνήσει την γενικευμένη παράλυση της πολιτιστικής παραγωγής ως καίρια κοινωνική -πολιτική δύναμη” (1). Μέσα από την μορφή -και την αφορμή όπως τούτη παρουσιάζεται ιστορικά(2)- του πειραματικού εκπαιδευτικού ιδρύματος το οποίο οι τρείς επιμελητές πρότειναν ως τον κυρίως πυρήνα παρουσίας της Μ6, προσέβλεπαν, με motto την φράση του Τ.W. Adorno “Το σκέπετεσθαι ειναι δράση, η θεωρία μια μορφή πράξης” (3), στην “βίαιη αφύπνηση του ασθενή από το κώμα, ξυπνώντας ετσι μια ευρύτερη μορφή συνείδησης από εκείνη που μπορεί να προσφέρουν οι μεμωνομένες καλλιτεχνικές πρακτικές”(4). Μέσα στα λόγια των επιμελητών διαφαίνεται η γνώση της παρασιτικής παρουσίας μιας τέτοιας μορφής αμφισβήτησης όχι μόνο επί των τοπικών μα λόγω και της προηγούμενης παρουσίας του θεσμού της Μanifesta, επί των παγκόσμιων εξουσιαστικών μοντέλων πολιτιστικής παραγωγής και κατανάλωσης. Το συγκρουσιακό στοιχείο όπως αυτό ε μφανίζεται θεωριτικά ως πολιτιστική δράση (π.χ. Battaile) και η επαναπολιτικοποίηση της παραγωγής πολιτισμού με ένα νέο κρισιακό νεύμα μακριά από εκπτωτικά μοντέλα διαχωρισμών και εξαναγκασμού δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να χωνευτεί εύκολα – ειδικαά σε cocktail party εγκαινίων, στο όρθιο. Πόσο μάλλον στην Κύπρο – όπου και οι αποστάσεις απ’ την γκαλλερύ στο εστιατόριο για το επακολουθούμενο δείπνο γελιοποιούν ακόμα και τούτη την έννοια της από-στασης.

Η γεροντική ανία της πολιτικό-κοινωνικής πραγματικότητας στην Κύπρο και η ολοκληρωτική της αδυναμία να οικοιοποιηθεί, και να ασκήσει κριτική σε ενα διεθνή λόγο- άσχετη με τις ηλικιακές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν τα στελέχη της, αφού ‘νεαρές αρτηρίες’ δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και νέες ιδέες όπως η κατεστημένη μορφή εξουσίας θέλει να αναμασά- αντικατοπτρίζεται και στην γενικότερη στάση της Κυπριακής πολιτιστικής σκηνής, και ειδικότερα στην στάση της απέναντι στην Μ6. Παραμένωντας όμως εντός των ορίων του εκπαιδευτικού συστήματος μπορεί κάποιος να δακτυλοδείξει γύρω του το ίδιο το σύστημα, και ιδιαίτερα το σύστημα των σχολών καλών τεχνών, ως τροφοδότη της συμπεριφοράς (και) του Κύπριου καλλιτέχνη, με την επικεντρωμένη προσοχή του στη ‘δουλεία’, ως εκπαιδευτική μεθοδολογία με θεμιτό αποτέλεσμα την παραγωγή υλικών αντικειμένων και την αντιμετώπηση της πραγωγής πολιτισμού στα πλαίσια της εκάστοτε αγοράς εργασίας και του εξαναγκασμού επαγγελματικής αποκατάστσης. Η ακύρωση όμως της Μ6 αφήνει να διαφανεί και κάτι πέρα από την εκπαίδευση του Κυπρίου καλλιτέχνη όσο αφορά τον ευθυνοφοβικό αυταρχισμό του. Λανθάνωντας την τοπική προσωπική παρουσία για αυτονομία, η Κυπριακή πολιτιστική σκηνή, στοιχειώνεται από το φάντασμα της κυριαρχικής παρουσίας (φάντασμα που στοιχειώνει κάθε γωνία του νησιού άλλωστε). Του αριστεύειν και όχι του πράτειν. Άσχετο αν η πρωτιά δεν υφίστατε αντικειμενικά – εκτός μέσα στον κλειστό οικογενιακό κύκλο του καλλιτέχνη (φοιτητή). Πως άλλωστε μετριέται τούτη η πολιτιστική πρωτιά παρ΄ μόνο μέσα από εντελώς
u958 ένα στην πολιτιστική παραγωγή κριτήρια (τιμή έργου τέχνης, βαθμός πραγωγικότητας κ.τ.λ); Η ανυπαρξία κρτιτικής και κρισιακού κριτικού λόγου, στα πλαίσια ενός συνεχώς διαφοροποιημένου λεξιλογί ου και μιας ολοένα και μεγαλύτερης βιβλιογραφίας, σε συνιφασμό με την παρουσία και μόνο στον τοίχο μίας γκαλλερύ δημιουργεί το ψευδές αίσθημα, στο μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της παραγωγής, της ή δη δαφνοστολισμένης, αυτόνομης πορείας. Όσοι φεύγουν, φεύγουν- αφουγγραζώμενοι, ίσως, στο κενό της πράξης την ηχώ του για πράτε για μετάπρατε για που την Κύπρο φεύφκε- και κάποιοι άλλοι περιμένουν την παρουσία του έργου τους σε κάποια από της πάμπολλες κρατικές Biennale όπου εκπροσωπήται και η Κυπριακή Δημοκρατία μέχρις ότου ξαπο-στάσουν, περνώντας τις υπόλοιπες τους ώρες αδιάφορα σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης. Ανήμπορη να διαλεχθεί ακόμα και με τον εαυτό της – πόσο μάλλον με το λεξιλόγιο το οποίο η Μ6 έφερε ως φυσικό επακόλουθο μαζί της- η Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή, κλείνεται επί το πλείστον στον εαυτό της κα
u953 στις εγκαθεδρημένες δομές της, που της επιτρέπουν άλλωστε να υπάρχει. Δομές που φυτοζωούν σε βάρος υπέρογκων κρατικών και διεθνείς προυπολογισμών, και που έχουν δανειστεί μέχρι και κατασκοπευτικά μυθισοτρήματα για να στοιχειοθετήσουν τον ‘εχθρό’: την πολυπολιτισμική, διακειμενική κριτική. Και τούτο δεν είναι πρόβλημα μοναχά του εκπαιδευτικού συστήματος και των ινστιτούτων που το α ποτελούν, μα μία περίεργη και ιδιάζουσα αποποίηση της ευθύνης που κουβαλά μαζί της η συγ-κρούση ως κριτική. Οι συζητήσεις γαι την Μ6, όπως το Coffee Break στην Λευκωσία τον Ιανουάριο του 2006, ήταν άλλο ένα παράδειγμα της απουσίας τούτης της κρισιακής κριτικής από την Κύπρο. Ψευγάδια της υπάρχουν, μα η φαινομενολογική τους διαφοροποίηση από το έργο τέχνης πολλές φορές σβήνει τα φωτα και κόβει το ρεύμα στις προσπάθειες δημιουργίας μορφών αντιεξουσιαστικών διχτύων, αφήνωντας τέτοιες προσπάθειες χρεωμένες με τερατώδεις λογαριασμούς ηλεκτρικού. Λογαριασμούς που το μέγεθος στο οποίο κρατούν την κριτική σκέψη και τον πολιτιστικό λόγο οι ίδιοι ευθυνόφοβοι αυταρχικοί που ακύρωσαν την Μ6, κάνει σχεδόν αδύνατη την έγκαιρη εξόφληση τους.

Η Μ6 ακυρώθηκε, ολοκληρωτικά, νύχτα. Την νύχτα της 2ας Ιουνίου 2006, με ενα δειλό σπρώξιμο ενός φακέλλου με τις απολύσεις των 3 επιμελητών κάτω από την πόρτα του σπιτιού μιας από τους επιμελητές, υπογεγραμ ένο απο τον δήμαρχο Λευκωσίας και πρόεδρο της δημοτικής εταιρίας Νιcosia For Art κ. Mιχαλάκη Ζαμπέλα. Η δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε ως εκφοβισμός εκ μέρους της Λευκωσίας έχει εξ όσων γνωρίζω λήξει με μία εκτός δικαστηρίου συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Τι μένει; Το τι μένει είναι το ανεκπλήρωτο χρέος τηςπολιτιστικής κριτικής σκέψης στην/ από την Κύπρο απέναντι στην ενδυνάμωση των αντιεξουσιαστικών, πολιτικοποιημένων διαδικασιών να επανατοποθετηθεί, τοπικά και διεθνώς η πολιτιστική παραγωγή ως καίρια κοινωνικό-πολιτική δύναμη, διευρύνωντας ταυτόχρονα την έννοια του πολιτστικού προϊόντος. Αναιρώντας ετσι την φετιχιστική αντικειμενοποίηση του και θέτωντας τις βάσεις για την αέναη αποστασιοποίηση του από πιθανές μελλοντικές μορφές τοπικής ιδρυματοποίησης της και τις αποδικτύωσης με συμβατές μονάδες και ομάδες. Διαφοροποιώντας, ίσως, με αυτό τον τρόπο την πορεία της διεθνούς πολιτιστικής βιομηχανίας – στην οποία και η Κυπριακή πολιτιστική παραγωγή ανήκει. Έστω και εάν -τοπικά- το αρνείται.

Δημήτρης Ταλιώτης

(1) Mai Abu ElDahab, On how to fall with grace – Or fall flat on your face, ΣΤΟ Notes for an Art School, IFM / Manifesta 6, 2006, σ. 7. Μτφ. του συντάκτη
(2)Δες Anton Vidokle, Exhibition as School in a Divided City, ΣΤΟ Ibid, σ.13-20
(3)Δες Florian Waldvogel, Each one teach one, ΣΤΟ Ιbid, σ.21-27
(4) Mai Abu ElDahab, Ibid, Μτφ. του συντάκτη

Αναρτήθηκε στις τέχνες. Αφήστε Σχόλιο »
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.